Κατά το ΚΕΦ. 4 το συνυποσχετικό είναι ανέκκλητο εκτός με άδεια του δικαστηρίου, και ο Πρώτος Πίνακας διαβάζεται μέσα σε αυτό εκτός αν λέει διαφορετικά: ένας διαιτητής ελλείψει άλλης πρόνοιας, και απόφαση οριστική και δεσμευτική. Ο εναγόμενος κατά παράβαση της ρήτρας πρέπει να ζητήσει αναστολή πριν καταχωρίσει δικόγραφα ή προβεί σε άλλο στάδιο. Το δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει την απόφαση, και να επιτρέψει την εκτέλεσή της ως απόφασης.
Η Κύπρος έχει δύο νόμους διαιτησίας. Η διεθνής εμπορική διαιτησία έχει τον δικό της· όλα τα υπόλοιπα τρέχουν με τον περί Διαιτησίας Νόμο, ΚΕΦ. 4, που είναι εκείνος που διέπει τη ρήτρα διαιτησίας σε ένα συνηθισμένο κυπριακό οικοδομικό συμβόλαιο, μίσθωση ή συμφωνία μετόχων. Είναι σύντομος, είναι παλιός, και τα περισσότερα από όσα κάνει συμβαίνουν εξ ορισμού και όχι από σχεδιασμό των μερών.
Κατά το άρθρο 2, «το Δικαστήριο» σημαίνει το Επαρχιακό Δικαστήριο ή οποιονδήποτε δικαστή του, οπότε η εποπτική δικαιοδοσία είναι τοπική.
Το συνυποσχετικό, και τι διαβάζεται μέσα του
Το άρθρο 3 δίνει στο συνυποσχετικό ιδιότητα που οι συμβάσεις δεν έχουν συνήθως: εκτός αν εκφράζεται αντίθετη πρόθεση σε αυτό, είναι ανέκκλητο εκτός αν επιτραπεί από το Δικαστήριο. Κατά το άρθρο 4(1) δεν λύεται με τον θάνατο οποιουδήποτε συμβαλλομένου.
Το άρθρο 6 κάνει μετά τη βαριά δουλειά. Εκτός αν εκφράζεται αντίθετη πρόθεση, το συνυποσχετικό θεωρείται ότι περιλαμβάνει τις διατάξεις του Πρώτου Πίνακα, στην έκταση που μπορούν να εφαρμοστούν. Οι διατάξεις αυτές είναι η διαιτησία που πράγματι παίρνουν τα περισσότερα μέρη:
- αν δεν προβλέπεται άλλο είδος παραπομπής, η παραπομπή γίνεται σε έναν μόνο διαιτητή·
- όπου η παραπομπή γίνεται σε δύο διαιτητές, αυτοί διορίζουν επιδιαιτητή αμέσως μετά τον δικό τους διορισμό, και αν δώσουν γραπτή ειδοποίηση ότι δεν μπορούν να συμφωνήσουν, ο επιδιαιτητής μπορεί να αρχίσει αμέσως·
- οι διάδικοι, και όσοι αξιώνουν μέσω αυτών, υποβάλλονται σε εξέταση με όρκο ή διαβεβαίωση και παρουσιάζουν όλα τα βιβλία, συμβόλαια, γραπτές συμφωνίες, λογαριασμούς, γραπτά και έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή ή υπό την εξουσία τους·
- η απόφαση είναι έγγραφη και είναι οριστική και δεσμευτική για τους διαδίκους και όσους αξιώνουν μέσω αυτών·
- τα έξοδα αφήνονται στην κρίση των διαιτητών, που μπορούν να διατάξουν σε ποιον, από ποιον και με ποιον τρόπο πληρώνονται, και να ψηφίσουν ή να διευθετήσουν το ποσό·
- οι διαιτητές έχουν την ίδια εξουσία με τα δικαστήρια να διατάσσουν ειδική εκτέλεση οποιασδήποτε σύμβασης, με εξαίρεση σύμβαση που αφορά γη ή οποιοδήποτε συμφέρον σε γη·
- οι διαιτητές μπορούν να εκδώσουν προσωρινή διαιτητική απόφαση.
Η εξαίρεση της ειδικής εκτέλεσης αξίζει να σημειωθεί πριν μπει ρήτρα διαιτησίας σε πωλητήριο έγγραφο: το διαιτητικό όργανο δεν μπορεί να δώσει τη θεραπεία που συνήθως θέλει ο αγοραστής.
Όταν σας ενάγουν κατά παράβαση της ρήτρας
Το άρθρο 8 είναι η διάταξη με προθεσμία μέσα της. Όταν συμβαλλόμενος σε συνυποσχετικό, ή πρόσωπο που αξιώνει μέσω του, αρχίσει δικαστική διαδικασία για θέμα που συμφωνήθηκε να παραπεμφθεί, οποιοσδήποτε διάδικος μπορεί να ζητήσει αναστολή. Η αίτηση υποβάλλεται οποτεδήποτε μετά την εμφάνιση και πριν παραδώσει οποιεσδήποτε γραπτές προτάσεις ή προβεί σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της διαδικασίας.
Δύο προϋποθέσεις πρέπει μετά να ικανοποιηθούν: ότι δεν υπάρχει λόγος που να δικαιολογεί τη μη παραπομπή σύμφωνα με το συνυποσχετικό, και ότι ο αιτητής ήταν, όταν άρχισε η διαδικασία, και εξακολουθεί να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει ό,τι είναι αναγκαίο για την κανονική διεξαγωγή της διαιτησίας.
Η πρακτική συνέπεια είναι ότι ο εναγόμενος που θέλει τη διαιτησία πρέπει να αποφασίσει αμέσως. Η καταχώριση υπεράσπισης είναι στάδιο της διαδικασίας, και είναι το στάδιο που συνήθως χάνει το δικαίωμα.
Το άρθρο 9 κινείται αντίστροφα, δίνοντας στο Δικαστήριο εξουσία να παρέχει θεραπεία όταν ο διαιτητής δεν είναι αμερόληπτος, ή όταν στη διαφορά που παραπέμπεται εγείρεται ζήτημα δόλου.
Τι μπορεί να κάνει το δικαστήριο όσο τρέχει η διαιτησία
Το άρθρο 13(1) επιτρέπει στο Δικαστήριο, μετά από αίτηση συμβαλλομένου, να απομακρύνει διαιτητή ή επιδιαιτητή που δεν ενεργεί όσο το δυνατόν ταχύτερα.
Το άρθρο 17 παρέχει την εξουσία καταναγκασμού που λείπει από το διαιτητικό όργανο: οποιοσδήποτε συμβαλλόμενος μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο για κλητήριο ένταλμα που υποχρεώνει πρόσωπο να εμφανιστεί για εξέταση ή να παρουσιάσει έγγραφο. Το όριο δηλώνεται στο ίδιο άρθρο: κανείς δεν υποχρεώνεται να παρουσιάσει έγγραφο που δεν θα ήταν υπόχρεος να παρουσιάσει κατά την εκδίκαση αγωγής.
Το άρθρο 18 επιτρέπει στο Δικαστήριο να παρατείνει τον χρόνο έκδοσης της απόφασης, είτε ο χρόνος έχει εκπνεύσει είτε όχι, που είναι η απάντηση σε διαιτησία που ξεπέρασε τη δική της προθεσμία.
Το άρθρο 26 και ο Δεύτερος Πίνακας απαριθμούν τι άλλο μπορεί να διατάξει το Δικαστήριο: ασφάλεια για τα έξοδα· αποκάλυψη εγγράφων και υποβολή ερωτημάτων· μαρτυρία υπό μορφή γραπτής ένορκης δήλωσης· ένορκη εξέταση μάρτυρα ενώπιον λειτουργού του Δικαστηρίου, με δυνατότητα εντολής για εξέταση μάρτυρα εκτός δικαιοδοσίας· τη διατήρηση, προσωρινή φύλαξη ή πώληση αγαθών που αποτελούν το επίδικο θέμα· την ασφάλιση του ποσού της επίδικης διαφοράς· την κατακράτηση, διατήρηση ή επιθεώρηση περιουσίας, με εξουσιοδότηση εισόδου σε γη ή οικοδομή και λήψη δειγμάτων, παρατηρήσεων ή πειραμάτων· και προσωρινά διατάγματα ή διορισμό παραλήπτη.
Αναπομπή, απομάκρυνση και ακύρωση
Το άρθρο 19(1) επιτρέπει στο Δικαστήριο να αναπέμπει τα θέματα που παραπέμφθηκαν, ή οποιοδήποτε από αυτά, για επανεξέταση. Όταν η απόφαση αναπέμπεται, το άρθρο 19(2) απαιτεί την έκδοσή της μέσα σε τρεις μήνες από την ημερομηνία του διατάγματος, εκτός αν το διάταγμα διατάσσει διαφορετικά.
Το άρθρο 20 περιέχει τις δύο σοβαρές εξουσίες, και είναι χωριστές. Το εδάφιο (1): όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επιδεικνύει κακή συμπεριφορά ή χειρίζεται κακώς την υπόθεση, το Δικαστήριο μπορεί να τον απομακρύνει. Το εδάφιο (2): όταν επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση, ή όταν η διαιτησία διεξήχθη παράτυπα ή η απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το Δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει την απόφαση.
Αυτοί είναι οι λόγοι. Η απόφαση δεν ακυρώνεται επειδή το όργανο κατέληξε σε συμπέρασμα με το οποίο διαφωνεί ο ηττημένος, και ο λόγος είναι η ρήτρα οριστικότητας του Πρώτου Πίνακα.
Η απόφαση, ο τόκος και τα έξοδα
Το άρθρο 21 είναι εκείνο που κάνει όλη την άσκηση να αξίζει. Διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό μπορεί, με άδεια του Δικαστηρίου, να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ, και τότε μπορεί να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής.
Το άρθρο 22: εκτός αν η απόφαση διατάσσει διαφορετικά, το ποσό που διατάσσει να πληρωθεί επιβαρύνεται με τόκο από την ημερομηνία της απόφασης και με το ίδιο επιτόκιο που φέρει το χρέος από δικαστική απόφαση.
Το άρθρο 23(1) καταρρίπτει ρήτρα που ακόμη συντάσσεται: διάταξη σε συνυποσχετικό ότι οι συμβαλλόμενοι, ή οποιοσδήποτε από αυτούς, θα καταβάλλουν σε κάθε περίπτωση τα δικά τους έξοδα της παραπομπής ή της απόφασης, ή μέρος τους, είναι άκυρη, και ο Νόμος εφαρμόζεται ωσάν η διάταξη να μην υπήρχε. Επιφύλαξη τη διατηρεί όταν αποτελεί μέρος συμφωνίας για υποβολή σε διαιτησία διαφοράς που είχε ήδη προκύψει κατά την υπογραφή.
Το άρθρο 23(2) καλύπτει την απόφαση που σιωπά για τα έξοδα: οποιοσδήποτε συμβαλλόμενος μπορεί, μέσα σε δεκατέσσερις ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης ή σε τέτοιο περισσότερο χρόνο όσο διατάξει το Δικαστήριο, να αποταθεί στον διαιτητή για διαταγή, και ο διαιτητής, αφού ακούσει κάθε συμβαλλόμενο που επιθυμεί να ακουστεί, τροποποιεί ανάλογα την απόφασή του.
Η παραγραφή, και πότε αρχίζει η διαιτησία
Το άρθρο 24(1) ρυθμίζει τη γενική θέση: οι περί παραγραφής Νόμοι εφαρμόζονται στις διαιτησίες όπως εφαρμόζονται σε διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου.
Το άρθρο 24(2) αφοπλίζει ρήτρα που θα ανέβαλλε το ρολόι. Ανεξάρτητα από όρο που ορίζει ότι καμιά βάση αγωγής δεν προκύπτει για θέμα που πρέπει να παραπεμφθεί μέχρι να εκδοθεί απόφαση, η βάση αγωγής θεωρείται, για σκοπούς παραγραφής, ότι προκύπτει κατά τον χρόνο που θα προέκυπτε αν ο όρος δεν υπήρχε.
Το άρθρο 24(3) ορίζει μετά τη στιγμή που μετράει: η διαιτησία θεωρείται ότι αρχίζει όταν ένας συμβαλλόμενος επιδώσει στον άλλο ειδοποίηση που τον καλεί να διορίσει διαιτητή, ή, όταν το συνυποσχετικό κατονομάζει πρόσωπο, που καλεί την παραπομπή. Η ειδοποίηση αυτή είναι το βήμα που σταματά τον χρόνο, και είναι επίσης το βήμα που διακόπτει την παραγραφή κατά το άρθρο 17(δ) του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου 66(I)/2012, που εκτίθεται στην παραγραφή αγώγιμων δικαιωμάτων.
Το άρθρο 31 δεσμεύει τη Δημοκρατία, εκτός όπου ο Νόμος ρητά ορίζει διαφορετικά, και το άρθρο 33 κρατά τον Νόμο μακριά από διαδικασίες Διαιτητικού Δικαστηρίου που λειτουργεί με βάση τη νομοθεσία για τις εργατικές διαφορές.
Ερωτήσεις που μας γίνονται
Μας ενάγουν παρά τη ρήτρα διαιτησίας. Τι κάνουμε πρώτα;
Ζητήστε αναστολή κατά το άρθρο 8, και κάντε το πριν από οτιδήποτε άλλο. Η αίτηση υποβάλλεται οποτεδήποτε μετά την εμφάνιση αλλά πριν παραδώσετε γραπτές προτάσεις ή προβείτε σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο. Η καταχώριση υπεράσπισης είναι στάδιο, και είναι συνήθως αυτό που χάνει το δικαίωμα. Το Δικαστήριο μπορεί να αναστείλει αν ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει λόγος που να δικαιολογεί τη μη παραπομπή και ότι ήσασταν, και εξακολουθείτε να είστε, έτοιμοι και πρόθυμοι για την κανονική διεξαγωγή της.
Μπορούμε να αλλάξουμε γνώμη για τη διαιτησία;
Όχι μονομερώς. Το άρθρο 3 ορίζει ότι το συνυποσχετικό, εκτός αν εκφράζεται αντίθετη πρόθεση, είναι ανέκκλητο εκτός αν επιτραπεί από το Δικαστήριο. Το άρθρο 4(1) προσθέτει ότι δεν λύεται με τον θάνατο συμβαλλομένου.
Η ρήτρα μας δεν λέει πόσοι διαιτητές. Τι γίνεται;
Παίρνετε έναν. Το άρθρο 6 διαβάζει τον Πρώτο Πίνακα μέσα στο συνυποσχετικό εκτός αν εκφράζεται αντίθετη πρόθεση, και η πρώτη από τις διατάξεις του είναι ότι, αν δεν προβλέπεται άλλο είδος παραπομπής, η παραπομπή γίνεται σε έναν μόνο διαιτητή. Ο Πίνακας δίνει επίσης την υποχρέωση αποκάλυψης, την οριστικότητα της απόφασης, τη διακριτική ευχέρεια για τα έξοδα, και την εξουσία προσωρινής απόφασης.
Μπορεί διαιτητής να διατάξει ειδική εκτέλεση πωλητηρίου;
Όχι. Η παράγραφος 8 του Πρώτου Πίνακα δίνει στους διαιτητές την ίδια εξουσία με τα δικαστήρια να διατάσσουν ειδική εκτέλεση οποιασδήποτε σύμβασης, αλλά εξαιρεί ρητά σύμβαση που αφορά γη ή οποιοδήποτε συμφέρον σε γη. Αξίζει να είναι γνωστό πριν μπει ρήτρα διαιτησίας σε πωλητήριο έγγραφο.
Η άλλη πλευρά δεν δίνει έγγραφα. Μπορεί ο διαιτητής να την αναγκάσει;
Εν μέρει, και το δικαστήριο καλύπτει το κενό. Η παράγραφος 4 του Πρώτου Πίνακα υποχρεώνει τους διαδίκους να παρουσιάσουν όλα τα βιβλία, συμβόλαια, συμφωνίες, λογαριασμούς, γραπτά και έγγραφα στην κατοχή ή υπό την εξουσία τους. Για τρίτο, το άρθρο 17 επιτρέπει αίτηση στο Δικαστήριο για κλητήριο ένταλμα, με το όριο ότι κανείς δεν υποχρεώνεται να παρουσιάσει έγγραφο που δεν θα υποχρεωνόταν να παρουσιάσει σε δίκη. Το άρθρο 26 και ο Δεύτερος Πίνακας επιτρέπουν επίσης διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων.
Θεωρούμε ότι ο διαιτητής έσφαλε. Προσβάλλεται η απόφαση;
Μόνο για τους λόγους του Νόμου. Κατά το άρθρο 20(2) το Δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει απόφαση όταν ο διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση, ή όταν η διαιτησία διεξήχθη ή η απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, και κατά το άρθρο 20(1) μπορεί να τον απομακρύνει. Το άρθρο 19(1) προσφέρει τη μέση οδό της αναπομπής, οπότε το άρθρο 19(2) απαιτεί απόφαση μέσα σε τρεις μήνες. Η διαφωνία με το αποτέλεσμα δεν είναι λόγος: η παράγραφος 6 του Πρώτου Πίνακα καθιστά την απόφαση οριστική και δεσμευτική.
Η διαιτησία τραβά πέρα από την προθεσμία της.
Δύο διατάξεις βοηθούν. Το άρθρο 18 επιτρέπει στο Δικαστήριο να παρατείνει τον χρόνο έκδοσης της απόφασης, ρητά είτε ο χρόνος έχει εκπνεύσει είτε όχι, οπότε η λήξη δεν είναι μοιραία. Το άρθρο 13(1) επιτρέπει την απομάκρυνση διαιτητή που δεν ενεργεί όσο το δυνατόν ταχύτερα.
Αξίζει τίποτε η απόφαση αν δεν πληρώσουν;
Ναι. Κατά το άρθρο 21 η διαιτητική απόφαση μπορεί, με άδεια του Δικαστηρίου, να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση με την ίδια ισχύ, και μπορεί να καταχωρηθεί απόφαση με το περιεχόμενό της. Το άρθρο 22 προσθέτει τόκο από την ημερομηνία της απόφασης με το επιτόκιο του εξ αποφάσεως χρέους, και όσα ακολουθούν εκτίθενται στην εκτέλεση δικαστικής απόφασης.
Η σύμβασή μας λέει ότι καθένας πληρώνει τα δικά του έξοδα ό,τι κι αν γίνει.
Η ρήτρα αυτή είναι άκυρη. Το άρθρο 23(1) καθιστά άκυρη τη διάταξη ότι οι συμβαλλόμενοι θα καταβάλλουν σε κάθε περίπτωση τα δικά τους έξοδα της παραπομπής ή της απόφασης, και εφαρμόζει τον Νόμο ωσάν να μην υπήρχε. Η μόνη εξαίρεση είναι όταν αποτελεί μέρος συμφωνίας για υποβολή διαφοράς που είχε ήδη προκύψει κατά την υπογραφή. Αν η ίδια η απόφαση σιωπά για τα έξοδα, το άρθρο 23(2) σας δίνει δεκατέσσερις ημέρες από τη δημοσίευση για να αποταθείτε στον διαιτητή.
Σταματά η παραγραφή όσο διαιτητεύουμε;
Οι περί παραγραφής Νόμοι εφαρμόζονται στις διαιτησίες όπως στις δικαστικές διαδικασίες κατά το άρθρο 24(1), και το άρθρο 24(3) ορίζει πότε αρχίζει η διαιτησία: όταν ένας συμβαλλόμενος επιδώσει στον άλλο ειδοποίηση που τον καλεί να διορίσει διαιτητή, ή που καλεί την παραπομπή όταν το συνυποσχετικό κατονομάζει πρόσωπο. Το άρθρο 24(2) εμποδίζει ρήτρα που αναβάλλει τη γένεση της βάσης μέχρι την απόφαση.
Το παρόν κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί νομική συμβουλή. Η νομοθεσία και η εφαρμογή της ενδέχεται να μεταβληθούν, ενώ κάθε περίπτωση διαφέρει. Για συμβουλή στη δική σας υπόθεση επικοινωνήστε με τον Κλείτο Πλατή στο klitos@kleanthousplatis.com ή στο +357 22 680 330.

Κλείτος Πλατής
Δικηγόρος, Συνέταιρος
Κλεάνθους & Πλατής Δ.Ε.Π.Ε., Λευκωσία · Δημοσιεύθηκε 22 Αυγούστου 2026
Χρειάζεστε συμβουλή για δική σας υπόθεση;
Γράψτε μας ποιοι εμπλέκονται και μια σύντομη περιγραφή στο office@kleanthousplatis.com και θα σας απαντήσουμε εντός μίας εργάσιμης ημέρας. Τα έγγραφα θα σας τα ζητήσουμε μόλις επιβεβαιώσουμε ότι μπορούμε να αναλάβουμε.
Ή συμπληρώστε τη φόρμα επικοινωνίας, στείλτε μας μήνυμα στο WhatsApp, ή τηλεφωνήστε στο +357 22 680 330.
Όταν αλλάζει το κυπριακό δίκαιο, να το μαθαίνετε από εμάς
Ένα σύντομο email όταν αλλάζει κάτι που μετρά: νέα νομοθεσία, μια απόφαση που αξίζει να ξέρετε, μια προθεσμία. Γραμμένο από τους συνεταίρους, χωρίς διαφημίσεις, διαγραφή με ένα κλικ.
Η διεύθυνσή σας χρησιμοποιείται για αυτές τις ενημερώσεις και για τίποτε άλλο.