Μισθοί που καθυστερούν ή δεν καταβάλλονται: πώς και πότε πληρώνονται, ποιος αποδεικνύει την πληρωμή, η προθεσμία των δώδεκα μηνών, η παραίτηση και η αφερεγγυότητα.
Η ημέρα πληρωμής περνά και τα χρήματα δεν έρχονται. Ο εργοδότης λέει ότι θα πληρώσει την επόμενη εβδομάδα, και ύστερα την άλλη. Αρκετοί εργαζόμενοι περιμένουν μήνες για να μη χάσουν τη δουλειά τους, και κάποιες επιχειρήσεις συνεχίζουν για ένα διάστημα με μισθούς που δεν έχουν καταβάλει.
Ο εργαζόμενος δεν έχει απλώς ένα χρέος να εισπράξει. Ο περί Προστασίας των Μισθών Νόμος, Ν. 35(Ι)/2007, ορίζει πώς και πόσο συχνά καταβάλλεται ο μισθός, κλείνει τον κατάλογο των επιτρεπόμενων αποκοπών και επιρρίπτει στον εργοδότη το βάρος να αποδείξει ότι πλήρωσε. Η διαφορά εκδικάζεται από εξειδικευμένο δικαστήριο, αλλά μόνο αν η αίτηση καταχωρηθεί έγκαιρα, και η προθεσμία είναι σύντομη. Αν η μη πληρωμή συνεχίζεται, ο εργοδοτούμενος μπορεί να δικαιούται να αποχωρήσει και να θεωρηθεί ότι απολύθηκε. Για τον εργοδότη που έχει μείνει πίσω στη μισθοδοσία, καθένας από αυτούς τους κανόνες είναι και μέτρο της ευθύνης του.
Τι είναι μισθός και πόσο συχνά πρέπει να καταβάλλεται
Ο μισθός είναι κάτι ευρύτερο από το μηνιαίο ποσό. Το άρθρο 2 του Νόμου τον ορίζει ως «κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης», και περιλαμβάνει ρητά τις εισφορές ταμείων προνοίας και την εισφορά στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, ενώ εξαιρεί τις έκτακτες προμήθειες και τις κατά χάριν πληρωμές. Ο εργοδότης που καταβάλλει τον μισθό αλλά όχι την εισφορά στο ταμείο προνοίας δεν έχει καταβάλει ολόκληρο τον μισθό.
Κατά το άρθρο 9, η συχνότητα πληρωμής πρέπει να είναι «τουλάχιστον εβδομαδιαία, εκτός για μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, οπότε πρέπει να είναι τουλάχιστον μηνιαία», εκτός αν η συλλογική σύμβαση ή η πρακτική προβλέπει διαφορετικά. Ημερομηνία πληρωμής ο Νόμος δεν ορίζει· την ορίζει η σύμβαση ή η συλλογική σύμβαση, και όταν ο μισθός καταβάλλεται μήνα με τον μήνα μετά από αυτή την ημερομηνία υπάρχει και αθέτηση της σύμβασης.
Το άρθρο 3 ρυθμίζει τον τρόπο. Ο μισθός κατατίθεται σε τραπεζικό λογαριασμό ή λογαριασμό πληρωμών της επιλογής του εργοδοτουμένου, ή καταβάλλεται με τραπεζική επιταγή στο όνομά του. Τα μετρητά επιτρέπονται μόνο στις στενές περιπτώσεις που απαριθμεί το άρθρο, όπως για τους πρώτους τέσσερις μήνες από την πρόσληψη όσο εκκρεμεί το άνοιγμα λογαριασμού. Με κάθε πληρωμή ο εργοδότης εκδίδει κατάσταση μισθοδοσίας με τα ελάχιστα στοιχεία του Πίνακα του Νόμου, ανάμεσά τους τον βασικό μισθό με αναφορά στις εβδομαδιαίες ώρες, την υπερωριακή αμοιβή και τον τρόπο υπολογισμού της και τις εισφορές των δύο πλευρών, και δίνει αντίγραφο στον εργοδοτούμενο, εντύπως ή ηλεκτρονικά, εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία πληρωμής.
Αν το ζήτημα δεν είναι ο χρόνος αλλά το ύψος, το άρθρο μας για τον κατώτατο μισθό εξηγεί πώς επιβάλλεται.
Οι αποκοπές είναι εξαίρεση, και ο κατάλογος είναι κλειστός
Ο εργοδότης που δεν έχει ρευστότητα δεν μπορεί να καλύψει τη διαφορά από τον μισθό. Το άρθρο 10(1) επιτρέπει αποκοπές μόνο όταν τις προνοεί νόμος ή κανονισμός, σύμφωνα με κανονισμούς ταμείων σύνταξης, προνοίας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, δυνάμει δικαστικής απόφασης, όταν τις προβλέπει συλλογική σύμβαση ή γενική συμφωνία, ή «μετά από γραπτή και ενυπόγραφη συγκατάθεση του εργοδοτούμενου».
Αποκοπή για αποζημίωση της επιχείρησης επιτρέπεται μόνο για ζημιά «που προκλήθηκε σκόπιμα ή ένεκα βαριάς αμέλειας του εργοδοτούμενου», και μόνο μετά από διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων ή, όπου δεν υπάρχει αναγνωρισμένος μηχανισμός εκπροσώπησης, με τον ίδιο τον εργοδοτούμενο. Αν η διαβούλευση αποτύχει, η διαφορά παραπέμπεται στο Υπουργείο Εργασίας για μεσολάβηση και, αν δεν υπάρξει συμφωνία, στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Σε κάθε περίπτωση οι αποκοπές «περιορίζονται στο βαθμό που ο εργοδοτούμενος θα μπορεί να συντηρήσει τον εαυτό του και την οικογένειά του» (άρθρο 10(4)).
Την πληρωμή την αποδεικνύει ο εργοδότης
Το βάρος απόδειξης ανήκει στον εργοδότη, και ο Νόμος το λέει ρητά: «Το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης» (άρθρο 12(3)). Το άρθρο 12(1) τον υποχρεώνει να τηρεί αρχεία με τον ακάθαρτο και τον καθαρό μισθό κάθε εργοδοτουμένου, τις αποκοπές και τους λόγους τους. Ο εργοδότης που πληρώνει σε μετρητά, χωρίς αρχεία και καταστάσεις μισθοδοσίας, δύσκολα θα αποσείσει αυτό το βάρος.
Απόδειξη που κατασκευάζεται εκ των υστέρων δεν βοηθά. Στην J.A. Cabras & Bros Ltd ν. Χαραλάμπους κ.α. (1992) 1 ΑΑΔ 302 ο διευθυντής της εργοδότριας παρουσίασε επιταγές στο όνομα κάθε εργαζομένου για να αποδείξει ότι οι μισθοί είχαν καταβληθεί. Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών απέρριψε τη μαρτυρία ως αναληθή, επειδή οι επιταγές όχι μόνο δεν είχαν δοθεί στους εργαζομένους αλλά ετοιμάστηκαν σκόπιμα για να παρουσιαστούν στη δίκη.
Πού στρέφεται ο εργοδοτούμενος
Υπάρχουν δύο δρόμοι, και ο πρώτος μπορεί να οδηγήσει στον δεύτερο.
Παράπονο σε Επιθεωρητή. Κατά το άρθρο 16, ο Επιθεωρητής που ορίζει ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να δέχεται παράπονα για διαφορά που προκύπτει από την εφαρμογή του Νόμου, από τον θιγόμενο ή για λογαριασμό του, «υπό την προϋπόθεση ότι η υπόθεση δεν έχει εγερθεί ενώπιον Δικαστηρίου». Ερευνά το παράπονο και επιχειρεί να διευθετήσει τη διαφορά. Η διευθέτηση καταγράφεται σε πρακτικό που υπογράφουν και τα δύο μέρη· αν δεν επιτευχθεί, το πρακτικό με τις ενέργειες και τις διαπιστώσεις του μπορεί να χρησιμοποιηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Και το σημαντικότερο: κατά το άρθρο 16(5), από την ημέρα υποβολής του παραπόνου μέχρι την ημέρα σύνταξης του πρακτικού «διακόπτεται η τυχόν ισχύουσα προθεσμία προσφυγής στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών», καθώς και η περίοδος παραγραφής της απαίτησης.
Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Κατά το άρθρο 12(1)(ε) του περί Ετησίων Αδειών μετ’ Απολαβών Νόμου, Ν. 8/1967, στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών υπάγονται οι «αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση». Το άρθρο 19(1) του Ν. 35(Ι)/2007 παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο κάθε διαφορά αστικής φύσεως στο πλαίσιο του Νόμου. Το Δικαστήριο συγκροτείται από Πρόεδρο ή Δικαστή και δύο Μέλη που αντιπροσωπεύουν την εργοδοτική και την εργατική πλευρά, και επιλύει τη διαφορά συνοπτικώς. Κατά το άρθρο 12Α του Ν. 8/1967, η απόφασή του φέρει τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης μέχρι την τελική αποπληρωμή.
Δώδεκα μήνες, και το ρολόι μπορεί να ξεκινά σε κάθε μισθοδοσία
Η προθεσμία είναι σύντομη, και εκεί βρίσκεται η παγίδα. Κατά το άρθρο 12(10Α) του Ν. 8/1967, «Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα». Στην Αλέξανδρος Μαναμσίδης ν. Ταμείου Πλεονασμού, Πολιτική Έφεση αρ. 159/2018, απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2023, το Εφετείο έκρινε ότι η διάταξη προσδίδει «αποσβεστική προθεσμία στο αστικό δικαίωμα του εργοδοτουμένου σε περίπτωση τερματισμού της απασχολήσεως του». Ο εργοδοτούμενος είχε απολυθεί λόγω πλεονασμού στις 20.12.2012· το δικαίωμά του παραγράφηκε στις 21.12.2013, και η μεταγενέστερη αίτησή του στο Ταμείο και η απάντηση του Ταμείου δεν άνοιξαν νέα προθεσμία.
Εύκολα θεωρεί κανείς ότι οι δώδεκα μήνες αρχίζουν όταν αποχωρεί από την εργασία. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε αυτή τη θέση στην Παντελής Γεωργίου ν. Ironhold Estates Ltd (2007) 1 ΑΑΔ 1051. Εργαζόμενος σε ξενοδοχείο αξίωσε, μετά τη λήξη της απασχόλησής του, ποσά για ελεύθερες ημέρες που εργάστηκε, δημόσιες αργίες, Κυριακές, αναλογία 13ου και 14ου μισθού και ετήσιες άδειες, με βάση συλλογική σύμβαση που όριζε πότε καταβάλλεται κάθε ωφέλημα. Μεγάλο μέρος της αξίωσης κρίθηκε παραγεγραμμένο. «Δε συμφωνούμε ότι ο χρόνος γένεσης του δικαιώματος για διεκδίκηση των ωφελημάτων του αρχίζει μετά τη λύση της εργασιακής σχέσης», είπε το Δικαστήριο, και τα ωφελήματα δεν μπορούσαν να συσσωρευθούν από έτος σε έτος και να διεκδικηθούν στο τέλος.
Για μισθούς που οφείλονται κατά τη διάρκεια της απασχόλησης, η ασφαλής μέτρηση ξεκινά από το παλαιότερο απλήρωτο ποσό και όχι από την τελευταία ημέρα εργασίας.
Πότε η μη πληρωμή επιτρέπει αποχώρηση με αποζημίωση
Η επίμονη μη πληρωμή μπορεί να μετατρέψει την παραίτηση σε απόλυση. Κατά το άρθρο 7(1) του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, Ν. 24/1967, «Όταν εργοδοτούμενος νομίμως τερματίζη την απασχόλησιν του παρ' εργοδότη λόγω της διαγωγής του εργοδότου, τότε ο τερματισμός ούτος θεωρείται ως τερματισμός υπό του εργοδότου υπό την έννοιαν του άρθρου 3». Το άρθρο 3 δίνει δικαίωμα σε αποζημίωση στον εργοδοτούμενο με είκοσι έξι τουλάχιστον εβδομάδες συνεχούς απασχόλησης.
Το κριτήριο τέθηκε στην Louis Tourist Agency Ltd ν. Ηλία (1992) 1 ΑΑΔ 98: η διαγωγή του εργοδότη πρέπει να είναι «εξ αντικειμένου τέτοιας μορφής και χαρακτήρα που να κλονίζει το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου», είτε λόγω διάρρηξης θεμελιωδών όρων της σύμβασης εργασίας είτε λόγω διαγωγής ασυμβίβαστης με το παραδεκτό πλαίσιο της σχέσης. Η μη καταβολή μισθών το πληροί. Στην Cabras η εργοδότρια επί μακρό διάστημα, δύο χρόνια κατά τους εργαζομένους, δεν κατέβαλλε ανελλιπώς τους μισθούς επτά εργαζομένων ούτε τα συμφωνημένα ποσά στα ταμεία προνοίας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Μετά από προσπάθειες των συντεχνιών και πολλές προειδοποιήσεις, οι εργαζόμενοι αποχώρησαν. Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έκρινε ότι τερμάτισαν νόμιμα την απασχόλησή τους, και ενώπιον του Ανωτάτου ο δικηγόρος της εργοδότριας «δέχθηκε, δικαίως, πως τέτοια διαγωγή εκ μέρους του εργοδότη δικαιολογεί τον εργοδοτούμενο να επικαλεσθεί τις πρόνοιες του άρθρου 7 (1) του Νόμου». Για επανεκδίκαση παραπέμφθηκε μόνο το ύψος της αποζημίωσης.
Το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να έχει και η περικοπή. Στην Lounic Confectionery Ltd ν. Θεοδώρου Θεοδώρου (Αρ. 2) (2015) 1 ΑΑΔ 2247 η εργοδότρια άλλαξε μονομερώς τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής πωλητή. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την κρίση ότι επρόκειτο για «μονομερή και αυθαίρετη τροποποίηση ουσιώδους όρου της εργασιακής σύμβασης» που εμπίπτει στο άρθρο 7(1).
Δύο επιφυλάξεις. Κατά το άρθρο 7(2) τεκμαίρεται, μέχρι αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν τερμάτισε νόμιμα την απασχόληση, και επομένως, όπως επιβεβαιώνει η Lounic, το βάρος να αποδείξει τη διαγωγή το φέρει ο ίδιος. Και η αποζημίωση υπολογίζεται κατά τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου: ποτέ μικρότερη από την πληρωμή λόγω πλεονασμού που θα λάμβανε, ποτέ μεγαλύτερη από τα ημερομίσθια δύο ετών, με στάθμιση μεταξύ άλλων των πραγματικών συνθηκών του τερματισμού. Το άρθρο μας για τον τερματισμό απασχόλησης εξηγεί τον υπολογισμό. Οι εργαζόμενοι στην Cabras αποχώρησαν μετά από προειδοποιήσεις και με αποδεδειγμένες τις οφειλές. Όποιος φεύγει μετά από μία καθυστέρηση, χωρίς να έχει γράψει τίποτε, ξεκινά από πιο αδύναμη θέση.
Τι διακινδυνεύει ο εργοδότης που χρωστά μισθούς
Η ευθύνη είναι και ποινική, όχι μόνο αστική. Κατά το άρθρο 20(1) του Ν. 35(Ι)/2007, ο εργοδότης που παραβαίνει τις διατάξεις του Νόμου είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις 15.000 ευρώ ή και στις δύο. Όταν το αδίκημα νομικού προσώπου αποδεικνύεται ότι διαπράχθηκε με τη συγκατάθεση ή συνενοχή προσώπου που κατέχει θέση συμβούλου, προέδρου, διευθυντή, γραμματέα ή άλλη παρόμοια θέση, το πρόσωπο αυτό υπόκειται στην ίδια ποινή (άρθρο 20(1Α)). Με την καταδίκη το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα καταβολής του οφειλόμενου ποσού στον εργοδοτούμενο (άρθρο 20(2)), και κατά το άρθρο 19(2) το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών μπορεί, μετά από καταδίκη, να διατάξει την καταβολή οφειλών που προκύπτουν από τη μη πληρωμή μισθών. Η καταχρηστική προσφυγή σε διαδικασία αφερεγγυότητας, με σκοπό να στερηθούν οι εργοδοτούμενοι τα δικαιώματά τους, αποτελεί χωριστό αδίκημα (άρθρο 20(3)).
Παράλληλα παραμένουν οι ίδιοι οι μισθοί, ο τόκος από την καταχώρηση της αίτησης και, αν οι εργαζόμενοι αποχωρήσουν δυνάμει του άρθρου 7, η αποζημίωση για τον τερματισμό. Μια αποκοπή εκτός του άρθρου 10 ή μια περικοπή χωρίς συμφωνία αυξάνει την ευθύνη αντί να τη μειώνει.
Αν ο εργοδότης καταστεί αφερέγγυος
Οι απλήρωτοι μισθοί δεν χάνονται μαζί με τον εργοδότη. Ο περί της Προστασίας των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων σε Περίπτωση Αφερεγγυότητας του Εργοδότη Νόμος, Ν. 25(Ι)/2001, ιδρύει γι' αυτό τον σκοπό Ταμείο (άρθρο 7). Κατά το άρθρο 3(1), δικαιούται πληρωμή ο εργοδοτούμενος του οποίου η απασχόληση τερματίζεται επειδή ο εργοδότης κατέστη αφερέγγυος, ή μετά την έναρξη διαδικασίας εκκαθάρισης ή πτώχευσης εφόσον ο εργοδότης καθίσταται τελικά αφερέγγυος, ή μετά τον διορισμό παραλήπτη ή διαχειριστή που πιστοποιεί ότι ο εργοδότης έπαυσε κάθε εργασία και δεν υπάρχει ικανοποιητική περιουσία για την καταβολή των ημερομισθίων.
Κατά το άρθρο 4, η πληρωμή περιλαμβάνει «Τα οφειλόμενα ημερομίσθια των δεκατριών τελευταίων εβδομάδων της απασχόλησής του τα οποία περιλαμβάνονται στην περίοδο των τελευταίων εβδομήντα οκτώ εβδομάδων πριν από την ημερομηνία της αφερεγγυότητας του εργοδότη του», την αναλογία 13ου και 14ου μισθού για τις ίδιες εβδομάδες και, όταν ο εργοδότης είχε πιστοποιητικό εξαίρεσης από το Κεντρικό Ταμείο Αδειών, την αναλογία των αδειών. Εβδομαδιαία αμοιβή πέραν του τετραπλάσιου των εβδομαδιαίων βασικών ασφαλιστέων αποδοχών δεν λαμβάνεται υπόψη. «Πληρωμές για παράνομη απόλυση και προειδοποίηση δεν καταβάλλονται από το Ταμείο» (άρθρο 11(1)), ούτε δικαιούται πληρωμή ο εργοδοτούμενος που κατέχει, μόνος ή με συγγενείς πρώτου βαθμού, ουσιώδες μέρος της επιχείρησης και ασκεί σημαντική επιρροή στις δραστηριότητές της (άρθρο 3(2)). Ο προσωρινός εκκαθαριστής ή ο παραλήπτης οφείλει να ειδοποιήσει γραπτώς τους επηρεαζόμενους εργοδοτουμένους το αργότερο μέσα σε ένα μήνα από τη γνωστοποίηση του διορισμού του (άρθρο 11(4)).
Για αξίωση δυνάμει του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, ποσό που επιδίκασε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών πληρώνεται κατά προτεραιότητα σε πτώχευση ή εκκαθάριση εταιρείας (άρθρο 31(2) του Ν. 24/1967). Αν η διαδικασία είχε ήδη αρχίσει κατά τον χρόνο της επιδίκασης, ο εργοδοτούμενος εισπράττει ολόκληρο το ποσό από το Ταμείο για πλεονάζον προσωπικό (άρθρο 31(3)).
Τι σημαίνει αυτό στην πράξη
Εργαζόμενοι: κρατήστε τα έγγραφα και μετρήστε από το παλαιότερο απλήρωτο ποσό. Οι καταστάσεις μισθοδοσίας, οι τραπεζικές καταστάσεις, η σύμβαση και τα μηνύματα για τις καθυστερήσεις είναι η μαρτυρία σας. Οι δώδεκα μήνες είναι λίγοι, και η Γεωργίου δείχνει ότι η αναμονή μέχρι τη λήξη της απασχόλησης μπορεί να κοστίσει τα παλαιότερα κονδύλια. Το παράπονο σε Επιθεωρητή διακόπτει την προθεσμία, γι' αυτό κρατήστε απόδειξη της ημερομηνίας του.
Η αποχώρηση είναι θεραπεία, όχι αντανακλαστικό. Το άρθρο 7 μπορεί να μετατρέψει την παραίτηση σε απόλυση με αποζημίωση, αλλά το βάρος απόδειξης είναι δικό σας και ισχύει το όριο των είκοσι έξι εβδομάδων. Θέστε γραπτώς τις οφειλές στον εργοδότη και ζητήστε συμβουλή πριν παραιτηθείτε.
Εργοδότες: πληρώστε μέσω τράπεζας, εκδώστε τις καταστάσεις, μην αποκόπτετε και μην περικόπτετε. Τα αρχεία είναι η μόνη απάντηση στο άρθρο 12(3), και μια αποκοπή εκτός του άρθρου 10 ή μια μονομερής περικοπή προσθέτει δεύτερη αξίωση στην πρώτη. Το Ταμείο αφερεγγυότητας προστατεύει τους εργαζομένους για περιορισμένο διάστημα μετά από τυπική αφερεγγυότητα· δεν είναι σχέδιο για την επιχείρηση. Τέτοια ζητήματα, για εργαζομένους και για εργοδότες, εμπίπτουν στον τομέα εργατικού δικαίου του γραφείου μας.
Ερωτήσεις που μας γίνονται
Ο εργοδότης με πληρώνει κάθε μήνα με καθυστέρηση. Είναι μόνο αθέτηση της σύμβασης;
Μπορεί να παραβιάζει και τον περί Προστασίας των Μισθών Νόμο, Ν. 35(Ι)/2007, κατά τον οποίο ο μηνιαίως αμειβόμενος πρέπει να πληρώνεται τουλάχιστον μηνιαία, εκτός αν η συλλογική σύμβαση ή η πρακτική προβλέπει διαφορετικά. Η παράβαση του Νόμου από τον εργοδότη συνιστά αδίκημα. Μπορείτε να υποβάλετε παράπονο σε Επιθεωρητή που ορίζεται δυνάμει του Νόμου ή αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών.
Σε πόσο χρόνο πρέπει να διεκδικήσω απλήρωτους μισθούς;
Κατά το άρθρο 12(10Α) του Ν. 8/1967, η αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το δικαίωμα. Στην Γεωργίου ν. Ironhold Estates Ltd (2007) 1 ΑΑΔ 1051 το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τη θέση ότι ο χρόνος αρχίζει μόνο με τη λύση της εργασιακής σχέσης. Μετρήστε από την ημερομηνία που οφειλόταν κάθε απλήρωτο ποσό. Το παράπονο σε Επιθεωρητή διακόπτει την προθεσμία μέχρι τη σύνταξη του πρακτικού του.
Μπορώ να παραιτηθώ και να ζητήσω αποζημίωση επειδή δεν πληρώνομαι;
Ενδεχομένως. Κατά το άρθρο 7 του Ν. 24/1967, ο εργοδοτούμενος που τερματίζει νόμιμα την απασχόληση λόγω της διαγωγής του εργοδότη θεωρείται ότι απολύθηκε. Στην J.A. Cabras & Bros Ltd ν. Χαραλάμπους (1992) 1 ΑΑΔ 302 κρίθηκε νόμιμος ο τερματισμός από εργαζομένους που δεν πληρώνονταν για μεγάλο διάστημα ούτε κατέβαλλε ο εργοδότης τις εισφορές στα ταμεία προνοίας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Το βάρος απόδειξης το φέρει ο εργοδοτούμενος και η αποζημίωση προϋποθέτει είκοσι έξι εβδομάδες συνεχούς απασχόλησης, γι' αυτό ζητήστε συμβουλή πριν παραιτηθείτε.
Ποιος πρέπει να αποδείξει ότι ο μισθός πληρώθηκε;
Ο εργοδότης. Το άρθρο 12(3) του Ν. 35(Ι)/2007 του αναθέτει ρητά το βάρος, και το άρθρο 12(1) τον υποχρεώνει να τηρεί αρχεία με τον ακάθαρτο και τον καθαρό μισθό κάθε εργοδοτουμένου και με κάθε αποκοπή και τον λόγο της. Οφείλει επίσης να δίνει στον εργοδοτούμενο κατάσταση μισθοδοσίας εντός πέντε εργάσιμων ημερών από κάθε πληρωμή.
Μπορεί ο εργοδότης να μου αφαιρέσει από τον μισθό το κόστος ζημιάς που προκάλεσα;
Μόνο αν η ζημιά προκλήθηκε σκόπιμα ή από βαριά αμέλεια, και μόνο μετά από διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων ή, αν δεν υπάρχουν, με εσάς· η διαφορά παραπέμπεται για μεσολάβηση στο Υπουργείο Εργασίας και στη συνέχεια στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Κάθε αποκοπή πρέπει να σας αφήνει να συντηρείτε τον εαυτό σας και την οικογένειά σας.
Ο εργοδότης μου τέθηκε υπό εκκαθάριση. Ποιος πληρώνει τους μισθούς μου;
Το Ταμείο που ιδρύει ο Ν. 25(Ι)/2001. Καταβάλλει τα οφειλόμενα ημερομίσθια των δεκατριών τελευταίων εβδομάδων της απασχόλησης που εμπίπτουν στις εβδομήντα οκτώ εβδομάδες πριν από την αφερεγγυότητα, και την αναλογία 13ου και 14ου μισθού για τις ίδιες εβδομάδες, με εβδομαδιαίο ανώτατο όριο. Δεν καταβάλλει πληρωμές για παράνομη απόλυση και προειδοποίηση.
Η επιχείρησή μου δεν μπορεί να πληρώσει τη μισθοδοσία του μήνα. Τι διακινδυνεύω;
Η παράβαση του Ν. 35(Ι)/2007 τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι 15.000 ευρώ ή και με τις δύο, και την ίδια ποινή αντιμετωπίζει το στέλεχος με τη συγκατάθεση ή συνενοχή του οποίου διαπράχθηκε το αδίκημα της εταιρείας. Οι μισθοί παραμένουν οφειλόμενοι, με τόκο από την καταχώρηση της αίτησης, και όσοι αποχωρήσουν δυνάμει του άρθρου 7 του Ν. 24/1967 μπορούν να αξιώσουν αποζημίωση. Η μονομερής περικοπή δεν είναι λύση: στην Lounic Confectionery Ltd ν. Θεοδώρου (2015) 1 ΑΑΔ 2247 κρίθηκε ότι εμπίπτει στο άρθρο 7(1).
Πηγές
- Ο περί Προστασίας των Μισθών Νόμος του 2007, Ν. 35(Ι)/2007, ενοποιημένο κείμενο, άρθρα 2, 3, 9, 10, 12, 13, 16, 19 και 20 και Πίνακας, CyLaw
- Ο περί Ετησίων Αδειών μετ’ Απολαβών Νόμος του 1967, Ν. 8/1967, ενοποιημένο κείμενο, άρθρα 12(1)(ε), 12(2), 12(10Α), 12(11) και 12Α, CyLaw
- Ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος του 1967, Ν. 24/1967, ενοποιημένο κείμενο, άρθρα 3, 7 και 31 και Πρώτος Πίνακας, CyLaw
- Ο περί της Προστασίας των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων σε Περίπτωση Αφερεγγυότητας του Εργοδότη Νόμος του 2001, Ν. 25(Ι)/2001, ενοποιημένο κείμενο, άρθρα 3, 4, 7 και 11, CyLaw
- J.A. Cabras & Bros Ltd ν. Αρχοντίνου Χαραλάμπους και Άλλων (1992) 1 ΑΑΔ 302, Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου, 28 Φεβρουαρίου 1992
- Louis Tourist Agency Ltd ν. Αντιγόνης Ηλία (1992) 1 ΑΑΔ 98, Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου, 21 Ιανουαρίου 1992
- Lounic Confectionery Ltd ν. Θεοδώρου Θεοδώρου (Αρ. 2) (2015) 1 ΑΑΔ 2247, Πολιτική Έφεση αρ. 78/2010, Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου, 21 Οκτωβρίου 2015
- Παντελής Γεωργίου ν. Ironhold Estates Ltd (2007) 1 ΑΑΔ 1051, Πολιτική Έφεση αρ. 261/2005, Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου, 11 Σεπτεμβρίου 2007
- Αλέξανδρος Μαναμσίδης ν. Ταμείου Πλεονασμού, Πολιτική Έφεση αρ. 159/2018, Εφετείο Κύπρου, 10 Νοεμβρίου 2023
Το παρόν άρθρο παρέχεται αποκλειστικά για σκοπούς γενικής ενημέρωσης και δεν συνιστά νομική συμβουλή.

Κλείτος Πλατής
Δικηγόρος, Συνέταιρος
Κλεάνθους & Πλατής Δ.Ε.Π.Ε., Λευκωσία · Δημοσιεύθηκε 7 Οκτωβρίου 2026
Χρειάζεστε συμβουλή για δική σας υπόθεση;
Περιγράψτε σύντομα την υπόθεση, τα εμπλεκόμενα πρόσωπα και τυχόν προθεσμία.
Απαντούμε εντός μίας εργάσιμης ημέρας. Θα ζητήσουμε τα έγγραφα αφού επιβεβαιώσουμε ότι μπορούμε να αναλάβουμε.
Λάβετε νομικές ενημερώσεις με email
Όταν αλλάζει το κυπριακό δίκαιο, να το μαθαίνετε από εμάς
Ένα σύντομο email όταν αλλάζει κάτι που μετρά: νέα νομοθεσία, μια απόφαση που αξίζει να ξέρετε, μια προθεσμία. Γραμμένο από τους συνεταίρους, χωρίς διαφημίσεις, διαγραφή με ένα κλικ.
Είστε στη λίστα. Η επόμενη ενημέρωση για το κυπριακό δίκαιο θα έρθει στο email σας.
Η εγγραφή δεν ολοκληρώθηκε. Γράψτε στο office@kleanthousplatis.com και θα σας προσθέσουμε.
Η διεύθυνσή σας χρησιμοποιείται για αυτές τις ενημερώσεις και για τίποτε άλλο. Προστασία προσωπικών δεδομένων.